Το ρεπό της Κύπρου . . .

Σαν συνειρμός μου βγήκε στο ηλεκτρονικό χαρτί ο τίτλος ετούτος.

Και δηλώνω αμέσως ότι, η αφορμή προέκυψε από το εξόχως πρωτότυπο βιβλίο του Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκη που διαβάζω τώρα και που με την ευρηματική προμετωπίδα του (για να μην επαναλάβω τη λέξη τίτλος): Το Βυζάντιο έχει ρεπό, προϊδεάζει για ένα ενδιαφέρον ρεπό του επίδοξου αναγνώστη.
Το κέντρισμα προκειμένου να αναφερθώ σε αυτό το βιβλίο σε αυτές μου τις σελίδες που είναι δεμένες με την Κύπρο, μου το έδωσε το πρώτο κιόλας κεφάλαιο - εισαγωγή, του οποίου απόσπασμα παραθέτω εδώ . . .


ΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ ΕΧΕΙ ΡΕΠΟ (Κάθε Δευτέρα και Τρίτη), πληροφορεί επιγραφή στην πόρτα του καταστήματος.

Το ουζερί Βυζάντιο βρισκόταν στην πλατεία
Αμβιορίξ. Το άνοιξε απόδημος Ελλην, διπλά συνονόματος γνωστότατου αθλητικογράφου της εποχής εκείνης, ο Γιάννης Διακογιάννης.
Στεγαζόταν σ’ένα επιβλητικό τριώροφο βρυξελλιώτικο αρχοντικό. Το ουζερί κάλυπτε το ισόγειο, η κουζίνα ήταν στο υπόγειο, στον πρώτο και δεύτερο όροφο κατοικούσε ο ίδιος, με τη σύζυγο, τη νεογέννητη κόρη τους και έναν γερμανικό βραχύποδα σκύλο.
Η επιλογή του ονόματος παρέπεμπε στο ονομαστό κολωνακιώτικο καφενείο Βυζάντιο, το οποίο μόρφωσε γενιές Αθηναίων, εφήβων και μή, και απαθανατίστηκε στο ομώνυμο ποίημα του Κώστα Ταχτσή, που συμβουλεύει να φοβόμαστε τους φοβουμένους και ν’αποφεύγουμε τους διανοουμένους. . . .

.. .. . . .

Γι
τ μερεμέτια τς μετασκευς το βρυξελλιώτικου ρχοντόσπιτου σε οζερί, φερε ο Διακογιάννης άπ’τν θήνα τν φίλο του Γιργο Κούνδουρο, παλι θαμώνα το Κολωνακιώτικου Βυζάντιου.
Προσέλαβε κάτι καλλιόμματες κοπελλίτσες, φυντανάκια τ
ς μαροκινς εμιγκράτσιας γι σερβιτόρες κα, γι μάγειρα, τν Σωκράτη, ναν Ροδίτη ρεμπέτη, πο ταν ντως χρυσοχέρης μάγειρας παρότι συχν τ παράκανε μ τ κύμινο στ σουτζουκάκια.

Ετυμολογικά έλκουν την καταγωγή τους από τη
μάχαιρα οι μάγειροι, που ήταν ψήστες αλλά κι εκδοροσφαγείς στην αρχαιότητα, κι ώς εκ τούτου συνδέονταν με διάθεση και ροπή αιμοβόρα. Για φονική και μαγειρώδη ψυχή, κάνει λόγο ένας ιστορικός του πέμπτου αιώνα. Ο Ευριπίδης ονομάζει τον Κύκλωπα Πολύφημο Άδου μάγειρο κι ο Λουκιανός κάνει λόγο γι’ανθρωπομαγείρους, που μαγειρεύαν ανθρώπινες σάρκες.
Στην Παλαιά Διαθήκη το ρήμα μαγειρεύω σημαίν’ επίσης “κατακρεουργ
” κι ο προφήτης Ιερεμίας θρηνεί λέγοντας εν ημέρα οργής σου εμαγείρευσας παρθένους και νεανίσκους.
Η αρχική σημασία του μαγειρεύω, “σφάζω το ζώο και τεμαχίζω το σφάγιο”, λησμονήθηκε και το ρήμα απλώθηκε για να καλύψει όλες τις περίτεχνες μεθόδους παρασκευής εδεσμάτων, καθώς κι’ επικίνδυνες μαγειρικές που οδήγησαν στη μεταφορική σημασία του ρήματος, τις μεθοδεύσεις και τα εκλογομαγειρέματα που κατά καιρούς νόθευσαν την ετυμηγορία της κάλπης και την έβγαλαν κάλπικη.
Στο λεξικό Σούδα του δέκατου αιώνα, ένας ρήτορας χαρακτηρίζεται
λογομάγειρος, κι οι δήμιοι του αγίου μάρτυρος Νίκανδρου χαρακτηρίζονται στον Συναξαριστή ως “μάγειροι της πλάνης”.

Δέν είναι λοιπόν αξιοπερίεργο που όσο χρυσά ήταν τα ροδίτικα ρεμπέτικα χέρια του Σωκράτη, άλλο τόσο ήτανε λερωμένα.
Ενας άλλος πατριώτης μετανάστης που είχε γυράδικο, όταν έφερα την κουβέντα στον μάγειρα του Βυζάντιου και ρώτησα άν τον γνώριζε, αντί γι’άλλη απάντηση άνοιξε ένα συρτάρι, έβγαλε περίστροφο γεμάτο και με διαβεβαίωσε: “Με το σιδερικό θα του πώ καλημέρα του καριόλη, άμα τον βρώ στο δρόμο μου”. Δέν ξέρω άν ο γυράς έκανε το έπος έργο, γεγονός πάντως είναι ότι λίγες εβδομάδες αργότερα, ο Σωκράτης εξαφανίστηκε από προσώπου γ
ς.

Η εξαφάνιση του Σωκράτη δεν επηρέασε την πελατεία του μαγαζιού.
Το ουζερί γνώρισε μεγάλη επιτυχία και σύντομα ο Διακογιάννης έγινε γνωστός με το παρατσούκλι
Βυζάντιος. Δέ φαινόταν ν τν ενοχλε, μλλον τ καμάρωνε - σως το παρεχε τ χωριστ ταυτότητα πο το στεροσε ἡ διπλὴ συνωνυμία μὲ τὸν άθλητικογράφο.
Μιά ταυτότητα αρκούντως ευρύχωρη ώστε να τον χωρά σχεδόν ολόκληρο, γιατί ο Διακογιάννης ήταν σίγουρα άνθρωπος ασυνήθων διαστάσεων. Την εποχή που τον γνώρισα είχε αυτοχρισθεί
σεβαστοκράτωρ και κυκλοφορούσε κραδαίνοντας σα σκήπτρο ένα ραβδί περιπάτου με ασημένια λαβή, τη “ράβδο του σεβαστοκράτορος”.

Λέγεται ότι κατά τη διάρκεια ενός Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, όταν συνέρχονταν στις Βρυξέλλες οι αρχηγοί των κυβερνήσεων των κρατών μελών, έφτασε στο ουζερί συνοδεία αυτοκινήτων και μοτοσυκλετιστών της αστυνομίας, και κάποιος ακόλουθος πρεσβείας χτύπησε το κουδούνι του εστιατορίου που ήταν κλειστό. Βγήκε ο Διακογιάννης στο μπαλκόνι της πρόσοψης και ατάραχος ενημέρωσε τον ακόλουθο ότι το “Βυζάντιο έχει ρεπό”, και η στάση του δεν άλλαξε ακόμη κι’όταν ο ακόλουθος τον πληροφόρησε ότι επρόκειτο για τον πρωθυπουργό της Ελληνικής Δημοκρατίας.

Ὅταν κυκλοφοροῦσε ὡς σεβαστοκράτωρ, ὁ Διακογιάννης φοροῦσε μπορντὼ μοκασίνια, παντελόνι ἀπὸ γκρίζα φανέλλα, πουκάμισο μὲ παπιγιόν, σακκάκι μπλέηζερ.
Ἂλλες φορὲς φοροῦσε ἂρβυλα, φόρμα παραλλαγῆς καὶ μπουφὰν πιλότου. Ἦταν τὰ ρούχα του τὰ κύπρια - ἦταν οἱ μέρες ποὺ ξαναζοῦσε τὶς ἐμπειρίες του ὡς καταδρομέας στὴν Κύπρο: πῶς, λόγου χάριν, “γουωκιτωκίσανε τὴ βάση νὰ τοὺς στείλουνε μπαζούκα”, πῶς ανέβηκε ἕρποντας ὑπὸ καταιγιστικὰ πυρὰ στὸ φρύδι ἑνὸς λόφου γιὰ νὰ ὑψώσει τὴ γαλανόλευκη, πῶς λεηλάτησαν ἕνα ὁπλοστάσιο Τουρκοκυπρίων.

Η κυπριακή θητεία του Διακογιάννη ίσως του υπαγόρευε διαφορετική στάση , άν αντί για τον ακόλουθο πρεσβείας την άφιξη τού πρωθυπουργού τήν είχε αναγγείλει ο εβδομηκοντούτης σερβιτόρος που συνάντησα εκείνη περίπου την εποχή σε καφενείο της Λευκωσίας.
Ηταν μικροκαμωμένος, πετσί και κόκκαλο, κι’ ο ρυτιδιασμένος λιγνός λαιμός του ξεπρόβαλλε από τον γραβατωμένο γαριασμένο γιακά τού πουκαμίσου όπως βγαίνει από το καβούκι ο λαιμός της χελώνας. Οταν έμαθε πως είμαι Ελλαδίτης, απίθωσε τον δίσκο που κρατούσε, μου εκμυστηρεύθηκε ότι υπήρξε μέλος της ΕΟΚΑ, μου μίλησε με πίκρα γιά τον προδομένο απελευθερωτικό αγώνα και κατόπιν, αψηφώντας τη μουσική που στρίγγλιζε απ’ τα μεγάφωνα και τον πολύχρωμο σαματά των φλίπερ, κορδώθηκε και μου απήγγειλε το συγχαρητήριο τηλεγράφημα που έστειλε στον πρώτο Ελληνα σοσιαλιστή πρωθυπουργό, τον ίδιο εκείνον που ατελεσφόρως ζήτησε να τσιμπήσει κάτι ο άνθρωπος στο Βυζάντιο.

Και έλεγε ο εβδομηκοντούτης:
“Εκλαμπρότατε κύριε πρωθυπουργέ όλων των Ελλήνων, Εσείς ο οποίος κρατάτε στα χέρια σας τα ηνία και τα πεπρωμένα της πανάρχαιας φυλής μας, που την οικουμένην ούλλην εφώτισεν, μη λησμονείτε παρακαλώ σας τους αδελφούς Κυπρίους ώστε με την βοήθεια του Παντοδύναμου, να γίνει πραγματικότητα ο διάπυρος και διακαής πόθος σύσσωμου του Ελληνισμού της μεγαλονήσου, η ένωση με την μητέρα Ελλάδα”.

Δέν θυμάμαι επακριβώς τα λόγια του, μεταφέρω στο χαρτί το ύφος και το νόημα των λεγομένων. Αυτό που δεν ξεχνώ είναι ότι στο τέλος της απαγγελίας, ο λιγνός λαιμός τού κυρ-Σπύρου Σωφρονίου, από το χωριό Λευκόνοικον στα Κατεχόμενα, παλλόταν από αναφιλητά.
Πιθανότατα άν την άφιξη του πρωθυπουργού στο Βυζάντιο την είχε αναγγείλει ο κυρ-Σπύρος αντί του ακολούθου της πρεσβείας, η στάση του Διακογιάννη να ήταν τελείως άλλη. Κάθε άρχοντας θέλει τον κατάλληλο τελάλη.

Υστερόγραφον. Ο συγγραφέας πέρα από την υπέροχα καθηλωτική μέσα στην απλότητά της αφήγηση (πρόκειται για απάνθισμα κειμένων, διασκευασμένων ώστε να μοιάζουν σαν πεταλούδας πέταγμα στον Βυζαντινό χωροχρόνο), ακολουθεί και την πολυτονική γραφή. Εδώ μεταφέρθηκε πιό ελεύθερα λόγω της δυσκολίας στη χρήση της τεχνολογίας για το πολυτονικό. Σε ορισμένα σημεία ετόλμησα - θέλοντας και να δώσω έμφαση στην παράγραφο - όμως η πλήρης απόλαυση του πολυτονικού είναι στο χαρτί.

Και για την αντιγραφή από το βιβλίο των εκδόσεων ΑΡΜΟΣ, ΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ ΕΧΕΙ ΡΕΠΟ
υπό Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκη:
Φ


Comments