Κύπρος : Ταχυδρομική Ιστορία / Cyprus Postal History



Με μεγάλη ανυπομονησία περιμένω (δουλεύοντας) τη στιγμή που θα παρουσιάσω στις σελίδες του Φιλόκυπρου τη συλλογή που έχω φτιάξει για να δείξω, όσο μου είναι εφικτό, την Ταχυδρομική Ιστορία της Κύπρου.

Cyprus WW2 Mail

Μία από τις πλέον ενδιαφέρουσες φιλοτελικές συλλογές είναι η Κυπριακή και μέσω αυτής μπορεί κανείς να δεί όχι μόνο τον μεθοδικό τρόπο λειτουργίας της ταχυδρομικής υπηρεσίας του νησιού, αλλά και να διακρίνει μέσα από τις διαδικασίες του ταχυδρομείου τις πολιτικο-οικονομικές συνθήκες του τόπου και κατ’επέκταση το περιρρέον παγκόσμιο πολιτικο-στρατιωτικό γίγνεσθαι.

Μή ξεχνάμε ότι το ταχυδρομείο ήταν ως περίπου το 1990 ο κατ’εξοχήν τρόπος διακίνησης αλληλογραφίας και ιδεών - επόμενο είναι λοιπόν ο ταπεινός φάκελλος που μέσα του κρύβει το απλό μήνυμα ή το ακριβό συναίσθημα του αποστολέα, στο εξωτερικό του περίβλημα να φέρει όλα εκείνα τα σημάδια που αφ’ενός του επιτρέπουν να ταξιδέψει (γραμματόσημα, σφραγίδες), επιπρόσθετα δε να φιλοξενεί από ένα απλό υπηρεσιακό μήνυμα του ταχυδρομείου μέχρι μια πιό σύνθετη φράση ή προπαγάνδα του πανταχού παρόντος “μεγάλου αδελφού”..(όπως σήμερα και τότε).

Αλλά όλα αυτά θα γίνουν πιό κατανοητά όταν θα έχω τη δυνατότητα να δείχνω με αντίστοιχο παράδειγμα αυτό που εδώ με λόγια προσπαθώ να περιγράψω. Λίγη υπομονή λοιπόν...

Comments


Το ρεπό της Κύπρου . . .

Σαν συνειρμός μου βγήκε στο ηλεκτρονικό χαρτί ο τίτλος ετούτος.

Και δηλώνω αμέσως ότι, η αφορμή προέκυψε από το εξόχως πρωτότυπο βιβλίο του Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκη που διαβάζω τώρα και που με την ευρηματική προμετωπίδα του (για να μην επαναλάβω τη λέξη τίτλος): Το Βυζάντιο έχει ρεπό, προϊδεάζει για ένα ενδιαφέρον ρεπό του επίδοξου αναγνώστη.
Το κέντρισμα προκειμένου να αναφερθώ σε αυτό το βιβλίο σε αυτές μου τις σελίδες που είναι δεμένες με την Κύπρο, μου το έδωσε το πρώτο κιόλας κεφάλαιο - εισαγωγή, του οποίου απόσπασμα παραθέτω εδώ . . .


ΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ ΕΧΕΙ ΡΕΠΟ (Κάθε Δευτέρα και Τρίτη), πληροφορεί επιγραφή στην πόρτα του καταστήματος.

Το ουζερί Βυζάντιο βρισκόταν στην πλατεία
Αμβιορίξ. Το άνοιξε απόδημος Ελλην, διπλά συνονόματος γνωστότατου αθλητικογράφου της εποχής εκείνης, ο Γιάννης Διακογιάννης.
Στεγαζόταν σ’ένα επιβλητικό τριώροφο βρυξελλιώτικο αρχοντικό. Το ουζερί κάλυπτε το ισόγειο, η κουζίνα ήταν στο υπόγειο, στον πρώτο και δεύτερο όροφο κατοικούσε ο ίδιος, με τη σύζυγο, τη νεογέννητη κόρη τους και έναν γερμανικό βραχύποδα σκύλο.
Η επιλογή του ονόματος παρέπεμπε στο ονομαστό κολωνακιώτικο καφενείο Βυζάντιο, το οποίο μόρφωσε γενιές Αθηναίων, εφήβων και μή, και απαθανατίστηκε στο ομώνυμο ποίημα του Κώστα Ταχτσή, που συμβουλεύει να φοβόμαστε τους φοβουμένους και ν’αποφεύγουμε τους διανοουμένους. . . .

.. .. . . .

Γι
τ μερεμέτια τς μετασκευς το βρυξελλιώτικου ρχοντόσπιτου σε οζερί, φερε ο Διακογιάννης άπ’τν θήνα τν φίλο του Γιργο Κούνδουρο, παλι θαμώνα το Κολωνακιώτικου Βυζάντιου.
Προσέλαβε κάτι καλλιόμματες κοπελλίτσες, φυντανάκια τ
ς μαροκινς εμιγκράτσιας γι σερβιτόρες κα, γι μάγειρα, τν Σωκράτη, ναν Ροδίτη ρεμπέτη, πο ταν ντως χρυσοχέρης μάγειρας παρότι συχν τ παράκανε μ τ κύμινο στ σουτζουκάκια.

Ετυμολογικά έλκουν την καταγωγή τους από τη
μάχαιρα οι μάγειροι, που ήταν ψήστες αλλά κι εκδοροσφαγείς στην αρχαιότητα, κι ώς εκ τούτου συνδέονταν με διάθεση και ροπή αιμοβόρα. Για φονική και μαγειρώδη ψυχή, κάνει λόγο ένας ιστορικός του πέμπτου αιώνα. Ο Ευριπίδης ονομάζει τον Κύκλωπα Πολύφημο Άδου μάγειρο κι ο Λουκιανός κάνει λόγο γι’ανθρωπομαγείρους, που μαγειρεύαν ανθρώπινες σάρκες.
Στην Παλαιά Διαθήκη το ρήμα μαγειρεύω σημαίν’ επίσης “κατακρεουργ
” κι ο προφήτης Ιερεμίας θρηνεί λέγοντας εν ημέρα οργής σου εμαγείρευσας παρθένους και νεανίσκους.
Η αρχική σημασία του μαγειρεύω, “σφάζω το ζώο και τεμαχίζω το σφάγιο”, λησμονήθηκε και το ρήμα απλώθηκε για να καλύψει όλες τις περίτεχνες μεθόδους παρασκευής εδεσμάτων, καθώς κι’ επικίνδυνες μαγειρικές που οδήγησαν στη μεταφορική σημασία του ρήματος, τις μεθοδεύσεις και τα εκλογομαγειρέματα που κατά καιρούς νόθευσαν την ετυμηγορία της κάλπης και την έβγαλαν κάλπικη.
Στο λεξικό Σούδα του δέκατου αιώνα, ένας ρήτορας χαρακτηρίζεται
λογομάγειρος, κι οι δήμιοι του αγίου μάρτυρος Νίκανδρου χαρακτηρίζονται στον Συναξαριστή ως “μάγειροι της πλάνης”.

Δέν είναι λοιπόν αξιοπερίεργο που όσο χρυσά ήταν τα ροδίτικα ρεμπέτικα χέρια του Σωκράτη, άλλο τόσο ήτανε λερωμένα.
Ενας άλλος πατριώτης μετανάστης που είχε γυράδικο, όταν έφερα την κουβέντα στον μάγειρα του Βυζάντιου και ρώτησα άν τον γνώριζε, αντί γι’άλλη απάντηση άνοιξε ένα συρτάρι, έβγαλε περίστροφο γεμάτο και με διαβεβαίωσε: “Με το σιδερικό θα του πώ καλημέρα του καριόλη, άμα τον βρώ στο δρόμο μου”. Δέν ξέρω άν ο γυράς έκανε το έπος έργο, γεγονός πάντως είναι ότι λίγες εβδομάδες αργότερα, ο Σωκράτης εξαφανίστηκε από προσώπου γ
ς.

Η εξαφάνιση του Σωκράτη δεν επηρέασε την πελατεία του μαγαζιού.
Το ουζερί γνώρισε μεγάλη επιτυχία και σύντομα ο Διακογιάννης έγινε γνωστός με το παρατσούκλι
Βυζάντιος. Δέ φαινόταν ν τν ενοχλε, μλλον τ καμάρωνε - σως το παρεχε τ χωριστ ταυτότητα πο το στεροσε ἡ διπλὴ συνωνυμία μὲ τὸν άθλητικογράφο.
Μιά ταυτότητα αρκούντως ευρύχωρη ώστε να τον χωρά σχεδόν ολόκληρο, γιατί ο Διακογιάννης ήταν σίγουρα άνθρωπος ασυνήθων διαστάσεων. Την εποχή που τον γνώρισα είχε αυτοχρισθεί
σεβαστοκράτωρ και κυκλοφορούσε κραδαίνοντας σα σκήπτρο ένα ραβδί περιπάτου με ασημένια λαβή, τη “ράβδο του σεβαστοκράτορος”.

Λέγεται ότι κατά τη διάρκεια ενός Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, όταν συνέρχονταν στις Βρυξέλλες οι αρχηγοί των κυβερνήσεων των κρατών μελών, έφτασε στο ουζερί συνοδεία αυτοκινήτων και μοτοσυκλετιστών της αστυνομίας, και κάποιος ακόλουθος πρεσβείας χτύπησε το κουδούνι του εστιατορίου που ήταν κλειστό. Βγήκε ο Διακογιάννης στο μπαλκόνι της πρόσοψης και ατάραχος ενημέρωσε τον ακόλουθο ότι το “Βυζάντιο έχει ρεπό”, και η στάση του δεν άλλαξε ακόμη κι’όταν ο ακόλουθος τον πληροφόρησε ότι επρόκειτο για τον πρωθυπουργό της Ελληνικής Δημοκρατίας.

Ὅταν κυκλοφοροῦσε ὡς σεβαστοκράτωρ, ὁ Διακογιάννης φοροῦσε μπορντὼ μοκασίνια, παντελόνι ἀπὸ γκρίζα φανέλλα, πουκάμισο μὲ παπιγιόν, σακκάκι μπλέηζερ.
Ἂλλες φορὲς φοροῦσε ἂρβυλα, φόρμα παραλλαγῆς καὶ μπουφὰν πιλότου. Ἦταν τὰ ρούχα του τὰ κύπρια - ἦταν οἱ μέρες ποὺ ξαναζοῦσε τὶς ἐμπειρίες του ὡς καταδρομέας στὴν Κύπρο: πῶς, λόγου χάριν, “γουωκιτωκίσανε τὴ βάση νὰ τοὺς στείλουνε μπαζούκα”, πῶς ανέβηκε ἕρποντας ὑπὸ καταιγιστικὰ πυρὰ στὸ φρύδι ἑνὸς λόφου γιὰ νὰ ὑψώσει τὴ γαλανόλευκη, πῶς λεηλάτησαν ἕνα ὁπλοστάσιο Τουρκοκυπρίων.

Η κυπριακή θητεία του Διακογιάννη ίσως του υπαγόρευε διαφορετική στάση , άν αντί για τον ακόλουθο πρεσβείας την άφιξη τού πρωθυπουργού τήν είχε αναγγείλει ο εβδομηκοντούτης σερβιτόρος που συνάντησα εκείνη περίπου την εποχή σε καφενείο της Λευκωσίας.
Ηταν μικροκαμωμένος, πετσί και κόκκαλο, κι’ ο ρυτιδιασμένος λιγνός λαιμός του ξεπρόβαλλε από τον γραβατωμένο γαριασμένο γιακά τού πουκαμίσου όπως βγαίνει από το καβούκι ο λαιμός της χελώνας. Οταν έμαθε πως είμαι Ελλαδίτης, απίθωσε τον δίσκο που κρατούσε, μου εκμυστηρεύθηκε ότι υπήρξε μέλος της ΕΟΚΑ, μου μίλησε με πίκρα γιά τον προδομένο απελευθερωτικό αγώνα και κατόπιν, αψηφώντας τη μουσική που στρίγγλιζε απ’ τα μεγάφωνα και τον πολύχρωμο σαματά των φλίπερ, κορδώθηκε και μου απήγγειλε το συγχαρητήριο τηλεγράφημα που έστειλε στον πρώτο Ελληνα σοσιαλιστή πρωθυπουργό, τον ίδιο εκείνον που ατελεσφόρως ζήτησε να τσιμπήσει κάτι ο άνθρωπος στο Βυζάντιο.

Και έλεγε ο εβδομηκοντούτης:
“Εκλαμπρότατε κύριε πρωθυπουργέ όλων των Ελλήνων, Εσείς ο οποίος κρατάτε στα χέρια σας τα ηνία και τα πεπρωμένα της πανάρχαιας φυλής μας, που την οικουμένην ούλλην εφώτισεν, μη λησμονείτε παρακαλώ σας τους αδελφούς Κυπρίους ώστε με την βοήθεια του Παντοδύναμου, να γίνει πραγματικότητα ο διάπυρος και διακαής πόθος σύσσωμου του Ελληνισμού της μεγαλονήσου, η ένωση με την μητέρα Ελλάδα”.

Δέν θυμάμαι επακριβώς τα λόγια του, μεταφέρω στο χαρτί το ύφος και το νόημα των λεγομένων. Αυτό που δεν ξεχνώ είναι ότι στο τέλος της απαγγελίας, ο λιγνός λαιμός τού κυρ-Σπύρου Σωφρονίου, από το χωριό Λευκόνοικον στα Κατεχόμενα, παλλόταν από αναφιλητά.
Πιθανότατα άν την άφιξη του πρωθυπουργού στο Βυζάντιο την είχε αναγγείλει ο κυρ-Σπύρος αντί του ακολούθου της πρεσβείας, η στάση του Διακογιάννη να ήταν τελείως άλλη. Κάθε άρχοντας θέλει τον κατάλληλο τελάλη.

Υστερόγραφον. Ο συγγραφέας πέρα από την υπέροχα καθηλωτική μέσα στην απλότητά της αφήγηση (πρόκειται για απάνθισμα κειμένων, διασκευασμένων ώστε να μοιάζουν σαν πεταλούδας πέταγμα στον Βυζαντινό χωροχρόνο), ακολουθεί και την πολυτονική γραφή. Εδώ μεταφέρθηκε πιό ελεύθερα λόγω της δυσκολίας στη χρήση της τεχνολογίας για το πολυτονικό. Σε ορισμένα σημεία ετόλμησα - θέλοντας και να δώσω έμφαση στην παράγραφο - όμως η πλήρης απόλαυση του πολυτονικού είναι στο χαρτί.

Και για την αντιγραφή από το βιβλίο των εκδόσεων ΑΡΜΟΣ, ΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ ΕΧΕΙ ΡΕΠΟ
υπό Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκη:
Φ


Comments

Κύπρος : Σύγχρονη Εποχή 1955 >> Modern Times


restart Μετά την Αυτογνωσία

Δύο εβδομάδες έχουν περάσει.
Πλέον η οικονομική καταστροφή στην Κύπρο είναι βεβαιότητα, ένα γεγονός που το ζούμε όλοι και αυτοί που είχαν καταθέσει το υστέρημά τους ή την επένδυσή τους στις δύο χρεωκοπημένες τράπεζες, αλλά και αυτοί που νομίζουν ότι ήταν τυχεροί διότι εμπιστεύθηκαν άλλες τράπεζες.
Αυτοί οι τελευταίοι ζούν την καταστροφή μέσω των άλλων και βιώνουν την δόνηση της κοινωνίας της Κύπρου. Η Κύπρος δεν είναι μόνο η γη και ο αέρας και τα κτίρια. Η Κύπρος είναι οι άνθρωποί της πρωτίστως. Αυτοί οργώνουν τη γη της, αναπνέουν τον αέρα της, υψώνουν τα κτίρια.
Αυτοί που έχουν μέσα τους εκτός από τη δικιά τους ψυχή και την ψυχή της Κύπρου. Και δεν είναι οι λίγοι, αλλά είναι οι πολλοί. Αυτοί θα χαράξουν νέους δρόμους και θα παρασύρουν και τους άλλους, τους λίγους εκείνους που προσωρινά τους είχε θαμπώσει η γοητεία του χρήματος, ο έρωτας της καλοζωίας. Αυτά και πάλι θα τα βρούν με πιότερη γνώση.

Στο παρελθόν άλλες καταστροφές πιό μεγάλες και πραγματικές ταρακούνησαν τον τόπο αυτό.
Και οι άνθρωποι επέζησαν.
Ας μη ξεχνάμε την μεγαλύτερη πληγή που συνεχίζει ανοιχτή να ζέχνει.

screenshot_195

Το κομμάτι εκείνο της Κύπρου που στερήθηκε τους δικούς του ανθρώπους.
Πολλοί από αυτούς είναι ανάμεσά μας, και σίγουρα γνωρίζουν ότι όσο υπάρχει κάποιος,
με τη θέληση τη δικιά του και τη βοήθεια των όλων, όλα τα ξεπερνά και όλα ξαναγεννιώνται.


Νικηφόρος

Βλέπω πίσω μου
Βλέπω Ιστορία
Εχω προορισμό

Βλέπω γύρω μου
Βλέπω Χάος
Χρειάζομαι πρόσωπο

Βλέπω μπροστά μου
Βλέπω Δρόμο
Θα προσπαθήσω

Βλέπω μέσα μου
Πιστεύω
Ξέρω ότι θα νικήσω

Φ




Αυτογνωσία

25η Μαρτίου 2013, της Παλιγγενεσίας και του Ευαγγελισμού.
Ημέρα της περηφάνειας των Ελλήνων αλλά και της αναγέννησης.

Το κείμενο που ακολουθεί είναι η κατάθεση-κραυγή της ψυχής των Κυπρελλήνων, όπως ταπεινά-ξάστερα-καθαρά, μεταφέρει η πέννα του Αλκίνοου . . .



Ελεύθεροι Κατακτημένοι

«Να πάει στο καλό τέτοιος εαυτός, να μην ξανάρθει. Καθόλου μην τον κλάψουμε, καθόλου μη μας λείψει. Στον αγύριστο!»

«Δεν θα πω για τους άλλους. Λίγο με ενδιαφέρει η ποιότητα και η στάση τους σε τέτοιες στιγμές. Ούτε και περίμενα καλύτερη αντιμετώπιση. Όσο και να τους βρίσω, χαϊδεύω τα αυτιά μας και τίποτα δεν αλλάζει. Θα πω για εμάς, και συγχωρήστε με:

Έρχεται η μέρα που η
μάσκα τραβιέται βίαια. Η μέρα που το αληθινό μας πρόσωπο φανερώνεται, θέλουμε-δεν θέλουμε, αφτιασίδωτο και τρομακτικά αληθινό. Πρέπει να το κοιτάξουμε, είναι θέμα ζωής και θανάτου. Πρέπει να το ρωτήσουμε, να μας πει ποιοι είμαστε. Γιατί μόνο αυτό γνωρίζει.
Γυρνάμε απότομα, για να αντικρίσουμε μια τρύπα στον καθρέφτη. Πού απουσιάζει το πρόσωπό μας; Το ξεχάσαμε σε μικρά, ταπεινά, εγκαταλελειμμένα σπίτια, στη σκόνη χαμηλών, πλίνθινων ερειπίων, στους τάφους αγράμματων, ακατέργαστα σοφών παππούδων. Εκεί αφήσαμε
θαμμένες τις αληθινές καλημέρες, τη συγκίνηση των στίχων, την αλληλεγγύη των ανθρώπων και ότι πολύτιμο δεν μετριέται σε χρήμα. Έκτοτε, προχωρήσαμε στον «σύγχρονο κόσμο» απρόσωποι, γυμνοί, παλεύοντας να κρατήσουμε το νήμα της ύπαρξής μας άκοπο, μέσα σε εποχές δύσκολες, μέσα σε ένα τοπίο που δεν μας μοιάζει.

Γίναμε αρχοντοχωριάτες, επενδύοντας στα χειρότερα χαρακτηριστικά των δύο συνθετικών της λέξης. «Έχω γάμο», λέγαμε και στεκόμασταν καλοντυμένοι σε γκαζόν ξενοδοχείων, με φακελάκια στα χέρια, χωρίς αληθινή, από καρδιάς ευχή. «Και οι γάμοι μας, τα δροσερά στεφάνια και τα δάχτυλα, γίνουνται αινίγματα ανεξήγητα για την ψυχή μας». Ούτε αινίγματα, ούτε τίποτε. Όλα απαντημένα, όλα πεζά. Μεγάλα και άδεια. Απομείναμε αναίσθητοι μπροστά στο ιερό, ζώντας ένα γυαλιστερό, αντιαισθητικό, άχαρο, ανέραστο, ανίερο, ξοδεμένο παρόν. Χωρίς μνήμη, χωρίς όνειρο, διαζευγμένοι από το είναι μας.
Τα καλύτερα παιδιά μας τα πουλήσαμε. Τα αφήσαμε να σπαταλούν τη ζωή τους σε λογιστικά βιβλία, σε γραφεία εταιρειών, σε άψυχους λογαριασμούς. Τα κάναμε σκλάβους με τίτλους διευθυντικού στελέχους. Τα ταΐσαμε χρήματα, τα σπουδάσαμε χρήματα, τα μάθαμε να σκέφτονται χρήματα, να υπηρετούν χρήματα, να ονειρεύονται χρήματα, να παντρεύονται χρήματα, να γεννάνε χρήματα, να είναι χρήματα. Μιλούν άπταιστα τα χειρότερα Αγγλικά (αυτά της δουλειάς) και άθλια τα καλύτερα Ελληνικά (τα Κυπριακά). Όταν τα χρήματα λείψουν, από πού θα κρατηθούν;
Αντικαταστήσαμε το γλέντι στην πλατεία του χωριού με το σκυλάδικο. Τον έρωτα με το στριπτιζάδικο. Τα αναγκαία για την επιβίωση, με ένα τζιπ γεμάτο άχρηστα ψώνια. Τον ελεύθερο χρόνο με την υπερωρία. Κάναμε το παιγνίδι των παιδιών υπερπαραγωγή, σε πάρτι γενεθλίων κατά παραγγελία. Ξεχάσαμε ποια είναι τα βασικά συστατικά της ύπαρξής μας, ως ατόμων και ως κοινωνίας, αντικαθιστώντας τα με ότι μάς γυάλισε στη βιτρίνα. Γίναμε ότι μας έπεισε ο διαφημιστής, η τηλεόραση ή το περιοδικό να γίνουμε. Καταντήσαμε οπαδοί ομάδων, φανατικοί, με μαχαίρια και μίσος. Έφηβος, προτού σιχαθώ όλες τις ομάδες εξίσου, ήμουν με την Ομόνοια. Μια μέρα που έπαιζε με το ΑΠΟΕΛ, αρρώστησε ο τυμπανιστής των αντιπάλων. Ήρθαν στην άλλη κερκίδα και μου ζήτησαν να πάω στη δική τους, για να παίξω το τύμπανο. Πήγα ευχαρίστως.
Πέρασε ο καιρός, αλλάξαμε. Ξεχάσαμε. Χωριστήκαμε σε κόμματα και τα ψηφίσαμε τυφλά, διχαστήκαμε με τρόπο αταίριαστο στην ιστορία και την παράδοσή μας. Σε μια σταλιά τόπο, λέγαμε «οι άλλοι».
Πήραμε τα χειρότερα χαρακτηριστικά της Ελλάδας και τα κάναμε αξιώματα.

Να πάει στο καλό τέτοιος εαυτός, να μην ξανάρθει. Καθόλου μην τον κλάψουμε, καθόλου μη μας λείψει. Στον αγύριστο!

Πέρασαν χρόνια. Το κορίτσι από τις Φιλιππίνες έκλαιγε κρυφά στο κρεβάτι του για το παιδί και τη μάνα που άφησε για να σερβίρει καφέ τον κύριο Πάμπο, που έγινε σερ, για να σιδερώνει τα ακριβά βρακιά της κυρίας Αντρούλλας, που έγινε μάνταμ. Η κοπέλα θα γυρίσει φτωχή στο Μπάγκιο Σίτι ή στη Μανίλα. Θα αγκαλιάσει τη μάνα της, θα φιλήσει το παιδί της. Εμείς, πού επιστρέφουμε;
Τι μένει όταν ο σερ και η μάνταμ, έκπληκτοι, χάνουν το αυτοκίνητο, την υπηρέτρια, το λούσο και το σπίτι τους; Τι κρατιέται αναλλοίωτο μέσα στον χρόνο, κάτω από την επιφάνεια που βουλιάζει; Πού ακριβώς βρίσκεται ανεξίτηλα χαραγμένος ο βαθύς Χαρακτήρας που μας επιτρέπει, όταν όλα αλλάζουν, να λέμε ακόμη «Εμείς»;
Μπορούμε σήμερα να αποφασίσουμε ξανά, ο καθένας για τον εαυτό του και όλοι μαζί, ποιοι είμαστε. Τι είναι σημαντικό και τι όχι. Τι αξίζει να προσπαθήσουμε μέχρι τέλους. Ποια λόγια αξίζει να πούμε προτού φύγουμε, πώς αξίζει να σταθούμε και απέναντι σε τι, προτού πεθάνουμε. Κι αυτό, μπορούμε να το κάνουμε, ακόμη και νηστικοί, άνεργοι και άστεγοι. Ήταν όμως αδύνατον να το κάνουμε
χορτάτοι και υποταγμένοι, με έναν εαυτό-καταναλωτή, εξαρτημένο και ευχαριστημένο.

Μείναμε σε σκηνές, στο ύπαιθρο, για χρόνια. Χάσαμε για πάντα τα σπίτια, τα χωριά και τις ζωές μας. Περιμέναμε κάθε μέρα, για χρόνια, αγνοούμενους που δεν γύρισαν. Για δεκαετίες, ακούγαμε αεροπλάνο και
στρέφαμε έντρομοι τα μάτια στον ουρανό. Χιαστί ταινίες στα παράθυρα, μη σπάσουν από τον βομβαρδισμό που μπορούσε ανά πάσα στιγμή να ξαναρχίσει. Τα παιδιά που έβγαλαν το σχολείο διαβάζοντας με το κερί στα αντίσκηνα, χειμώνες στη σειρά, βρίζονταν στην Ελλάδα από τους Ελλαδίτες, γιατί τους έτρωγαν τις θέσεις στα πανεπιστήμια. Η Μεγάλη Μαμά τίποτα δεν κατάλαβε. Κι ακόμη δεν καταλαβαίνει. Γιατί, μπορεί η Κύπρος να είναι ελληνική, όμως, πόσο λίγο κυπριακή είναι η Ελλάδα! Πόσο λίγο ελληνική είναι η Ελλάδα!

Επιτρέψαμε στους μικρούς πολιτικούς ενός αδύναμου και απροστάτευτου τόπου, να συμπεριφέρονται σαν άρχοντες αυτοκρατορίας. Να υπηρετούν κόμματα και τσέπες, σαν να μην υπάρχει απειλή, κίνδυνος και γκρεμός, σαν να είναι αδύνατον από τη μια μέρα στην άλλη να γίνουμε μπουκιά στο στόμα κροκοδείλων. Είδαμε τα τρυφερά, αγνά χαμόγελα των παιδιών του Απελευθερωτικού Αγώνα να χρησιμοποιούνται από βάρβαρους, απαίδευτους «πατριώτες» με ξυρισμένα κεφάλια,
φαλακρούς «απ' έξω κι από μέσα». Ζήσαμε την αδικία, την απώλεια, την εγκατάλειψη. Τα ξέρουμε όλα, τα είδαμε όλα, τα ζήσαμε όλα. Τώρα θα φοβηθούμε;
Όταν κλαίγαμε το '74, κλαίγαμε για τα σπίτια μας. Σήμερα
θα κλάψουμε για τις επαύλεις μας; Τότε, κλαίγαμε για το χωριό μας. Θα κλάψουμε σήμερα για την τράπεζα; Τότε, για τους τάφους των γονιών μας. Σήμερα για τα χρέη μας; Τότε, για τις ζωές μας. Σήμερα για τις δουλειές μας; Δεν νομίζω...

Η κοινωνία μας, αυτή η διαλυμένη, πιέζοντας ασταμάτητα την όποια επίσημη πολιτική ηγεσία, αλλά και πέρα απ' αυτήν, θα αναπτύξει μηχανισμούς στήριξης των ανέργων, θα φροντίσει τα παιδιά της. Όχι από ελεημοσύνη. Από αλληλεγγύη. Και με τη γνώση πως, αν ο διπλανός δεν ζει καλά, κανείς δεν ζει καλά. Γιατί, ότι ποτέ μας κράτησε σ' αυτόν τον τόπο, ήταν ένας ιδιόμορφος, ποιητικός, παράλογα ωραίος κοινωνικός ιστός, που αυτοπροστατεύεται και που μας προστατεύει. Αυτός είναι που ανάγκασε τους βουλευτές να πουν, για μια έστω στιγμή, «Όχι».
Το «Όχι» της Κυπριακής Βουλής, είναι σημαντικότερο απ' ότι κάποιοι χαιρέκακοι μπορούν να υποψιαστούν. Κι ας επιστρέψει η Βουλή εκλιπαρώντας τους Τροϊκανούς, κι ας πέσει στα γόνατα, κι ας τους γλύψει τα πόδια, μετά. Κι ας χάσουμε περισσότερα. Γιατί, για μια στιγμή έστω, έμοιασε η Δημοκρατία να έχει νόημα, ένα νόημα ξεχασμένο εδώ και δεκαετίες. Έμοιασαν, έστω και για μια στιγμή, οι εκπρόσωποι να εκπροσωπούν πράγματι. Η στιγμή καταγράφεται και μένει, δημιουργώντας προηγούμενο, παρά την όποια κατάληξη. Και το γεγονός πως το προηγούμενο δημιουργήθηκε από μισή μερίδα τόπο, αγαπητοί λογικοί λογιστές, το κάνει ακόμη σημαντικότερο. Τίποτα «δικό σας» δεν θα μείνει ποτέ στην Ιστορία, να σηματοδοτεί, να καθορίζει, ή έστω να θυμίζει κάτι υπαρξιακά σημαντικό. Αφήστε μας να το χαρούμε. Δεν μας προσφέρονται συχνά τέτοιες χαρές.
Αυτό το «Όχι», φαίνεται να είχε και χειροπιαστά αποτελέσματα: Εκτός από τη δυνατότητα μη φορολόγησης των μικροκαταθετών, εκτός από το χρονικό περιθώριο που έδωσε για τη νομοθετική ρύθμιση του περιορισμού των συναλλαγών και τη δημιουργία Ταμείου Αλληλεγγύης, που μπορούν να παίξουν σημαντικά θετικό ρόλο στο μέλλον, έδωσε και τη δυνατότητα, έστω σπασμωδικά, έστω την τελευταία στιγμή, έστω με απογοητευτικό αποτέλεσμα, να μετρηθούν οι δυνάμεις και οι «φιλίες», τόσο της Κύπρου, όσο και της Ελλάδας.
Βοήθησε να καθαρίσει το τοπίο, να τελειώσουμε με ψευδαισθήσεις, να καταλάβουμε ξανά το πόσο μόνοι είμαστε, το πόση ευθύνη έχουμε. Θα ήμασταν αφελείς αν πιστεύαμε πως με ένα «Ναι» θα σώζαμε κάτι, ας πούμε τη Λαϊκή Τράπεζα ή την Κύπρου (αλήθεια,
πόσο «δική μας» μπορεί να είναι μια τράπεζα;) και μαζί τις δουλειές, ή τους κόπους μιας ζωής που τους εμπιστευτήκαμε. Ξέρουμε καλά πως ότι έμεινε εκτεθειμένο (το γιατί είναι μια άλλη κουβέντα, που ελπίζω πως θα γίνει), ούτως ή άλλως, και με τα «Ναι» και με τα «Όχι», θα κατασπαραχθεί.

Δυστυχώς, δεν ήταν δυνατόν να υπάρχει “plan B”. Θα ήταν αδύνατον να έχει εκπονηθεί από ανθρώπους της γενιάς μου και της προηγούμενης, από ανθρώπους βουτηγμένους στην κατανάλωση, στο εφήμερο, στο συμφέρον, στο νεοπλουτισμό και στο τίποτε, μια πολιτική που να έχει βάθος και σοβαρότητα. Κι όμως, αυτοί οι άνθρωποι, χωρίς δικλίδες ασφαλείας, χωρίς λογική, είπαν ενστικτωδώς “Όχι”. Έστω και για μια στιγμή. Ένα “
Όχι” καταστροφικό και λυτρωτικό μαζί, που εσείς, αγαπητοί Ελλαδίτες μνημονιακοί, πολιτικοί και δημοσιογράφοι, με πρόσχημα το καλό μας, δεν θα πείτε ποτέ. Θα προτιμήσετε να καταστραφούμε εξίσου, λέγοντας “Ναι”.
Οι Κύπριοι προσφυγοποιούμαστε ξανά στην ίδια μας την πατρίδα. Χάνουμε ξανά τη ζωή όπως τη χτίσαμε, όπως νομίζουμε πως τη διαλέξαμε, όπως νομίσαμε πως μας ανήκει. Και φοβόμαστε. Είναι ανθρώπινο. Όμως, τι πραγματικά φοβόμαστε; Ότι θα πεινάσουμε;
Πεινάσαμε και παλιότερα. Ότι θα κρυώσουμε; Κρυώσαμε χρόνια. Ότι θα μείνουμε μόνοι; Πάντα μόνοι ήμασταν. Ότι θα πονέσουμε; Από πόνο άλλο τίποτε... Ότι θα μας κατακτήσουν; Πάντα κατακτημένοι υπήρξαμε.
Θα τα καταφέρουμε, το ξέρουμε καλά! Γιατί, τελικά, δεν φοβόμαστε τίποτε. Γιατί, τελικά, το μόνο που φοβόμαστε, είναι το υποχρεωτικό κοίταγμα στον καθρέφτη. Το μόνο που μας φοβίζει, είναι το μόνο που πραγματικά έχουμε: το αληθινό μας πρόσωπο. Ας το ξεθάψουμε, ας το θυμηθούμε, ας το κοιτάξουμε. Ενώ όλοι, φίλοι και εχθροί, μας αγριοκοιτάζουν, ενώ η μάσκα μας πέφτει νεκρή, αυτό θα μας χαμογελάσει».

Αλκίνοος Ιωαννίδης

και για την αντιγραφή (http://www.alkinoos.gr/el/news.html), προσυπογράφω: Φιλόκυπρος Φ



Comments

Προτάσεις, Ιδέες / Thoughts


Σαν Εισαγωγή

Στα αρχαία βασίλεια της Κύπρου δεν υπήρχε εκκλησία του δήμου. Τουλάχιστον όπως τη γνωρίσαμε στην Αθήνα την χρυσή εποχή του 5ου προ Χριστού αιώνα.
Εξαίρεση ίσως να υπήρξε μία (κάθε κανόνας εξ’άλλου δικαιούται να έχει μία εξαίρεση): Η πόλη - Βασίλειο των Σόλων.
Ο Σόλων - ο Αθηναίος νομοθέτης, φιλόσοφος και ποιητής - φιλοξενήθηκε από τον Βασιλέα Φιλόκυπρο για να οργανώσει μία χρηστή διακυβέρνηση στο Βασίλειο που πήρε το όνομά του: οι Σόλοι.

Ο διοικητικός-οικονομικός διαχωρισμός του νησιού σε
κράτη-βασίλεια οφειλόταν ασφαλώς και στην δυσκολία επικοινωνίας μεταξύ των οικιστών λόγω της απόστασης μεταξύ τους. Η απομόνωση αυτή εκτός του ότι προέτρεπε σε αυτόνομη ανάπτυξη της κάθε πόλης, είχε παρενέργειες σε διάφορα επίπεδα, ενδεικτικά δε θα μπορούσαμε να απαριθμήσουμε δύο:
Ανάλογα με την τοποθεσία της πόλης και του λιμανιού του, το βασίλειο μπορούσε να συνάπτει εμπορικές σχέσεις με άλλα βασίλεια και γειτονικές εκτός Κύπρου χώρες με κριτήριο την απόσταση του εταίρου.
Το ίδιο αυτό κριτήριο της απόστασης που καθόριζε και τον βαθμό απομόνωσης του ενός βασιλείου από το άλλο, λειτουργούσε ανασταλτικά στη δυνατότητα αποτελεσματικής κοινής αντιμετώπισης των εξωτερικών επιβουλών με αποτέλεσμα μία πόλη να είναι υποτελής σε γειτονική εκτός Κύπρου χώρα της απέναντι ακτής ενώ η διπλανή πόλη είτε ήταν ελεύθερη είτε αντιμετώπιζε άλλου είδους επιβουλές. Συμπερασματικά, η πολιτική διαίρεση της Κύπρου την κατέστησε εύκολη λεία για τις μεγάλες δυνάμεις της εποχής.
Η μελέτη της πρώϊμης αυτής περιόδου της ιστορίας της Κύπρου είναι πολύ ενδιαφέρουσα και λόγω του ότι πολλά στοιχεία της αντλούνται από τις ανασκαφικές έρευνες που μέχρι σήμερα γίνονται στο νησί από διάφορες αποστολές και συνεχίζουν να προσφέρουν πολύ ενδιαφέρουσες αποκαλύψεις και ερμηνείες.

Ο παραλληλισμός της εικόνας μιας νοητά απόλυτα καθορισμένης αλλά διασπασμένης χώρας, της Κύπρου, με την αντίστοιχη κατάσταση που επικρατούσε στις ακτές του Αιγαίου και στην ελληνική ενδοχώρα μέχρι την Ηπειρο, σε συνδυασμό με τις κοινές πολιτισμικές καταβολές και παρά τις διαφορετικές έντονες πολλές φορές επιδράσεις από ξένους “βαρβάρους” λαούς, δείχνει την συνεκτική δύναμη της πίστης στην ιδέα-παιδεία της κοινής καταγωγής, που διαπαιδαγώγησε τους Ελληνες (Αθηναίους, Σπαρτιάτες, Μακεδόνες, Κύπριους…) στο ότι ανήκουν στο ίδιο γένος των Ελλήνων και ταυτόχρονα τον Φιλόκυπρο να δηλώνει - αυτός ο ηγεμόνας ενός μικρού βασιλείου σε τμήμα της Κύπρου - να δηλώνει την πεποίθησή του ότι ανήκει στο σύνολο της Κύπρου και σε αυτό να μεταλαμπαδεύει με τη βοήθεια του Σόλωνα, τον τρόπο σκέψης των Ελλήνων από τους οποίους και κατάγεται.

Η πράξη αυτή του Φιλόκυπρου είναι μοναδική στην αρχαία ιστορία. Ο ίδιος αυτός βασιλιάς απέκτησε υιό που τον ονόμασε Αριστόκυπρο.
Ο πατέρας ήθελε ο υιός του να είναι ο άριστος των Κυπρίων και όχι ειδικά των Σολιέων.
Δυστυχώς οι πηγές δεν φωτίζουν αρκετά καλά την πορεία των Σόλων στο χρόνο. Οι συνειρμοί όμως είναι ευδιάκριτοι.
Σε ένα νησί όπου χωρέσανε περισσότερα ίσως από δέκα βασίλεια-πόλεις, έχουμε έναν φωτισμένο κυβερνήτη που θα μπορούσε ο ίδιος να είχε ονοματίσει (ή και χρίσει) τον εαυτό του Φιλόκυπρο, δείχνοντας έμπρακτα την πίστη και αγάπη του στη μία και ενιαία Κύπρο που στην πραγματικότητα ήταν χωρισμένη στα δέκα, αλλά σίγουρα θα ένοιωθαν οι άνθρωποί της ότι ζούσαν όλοι στην
ενιαία μικρή Πατρίδα.

nicholasman, και για την περίσταση >> Φιλόκυπρος



Comments

Φιλοτελικά Νέα / Philatelic News

Comments